Ήμουν έξι χρονών, όταν οι γονείς μου μου είπαν πως μέσα στο κεφάλι μου υπήρχε ένα μαύρο πετράδι που μάθαινε να είναι εγώ.
Μικροσκοπικές αράχνες είχαν υφάνει στο μυαλό μου ένα λεπτό δίχτυ, ώστε ο δάσκαλος του πετραδιού να μπορεί να ακούει το ψιθύρισα των σκέψεων μου. Ταυτόχρονα το ίδιο το πετράδι αφουγκραζόταν τις αισθήσεις μου και διάβαζε τα χημικά μηνύματα που κυκλοφορούσαν στο αίμα μου. Έβλεπε λοιπόν, άκουγε και οσμιζόταν με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έβλεπα, άκουγα και οσμιζόμουν εγώ, ενώ ο δάσκαλος του πετραδιού κατέγραφε όλες τις σκέψεις που έκανε αυτό και τις συνέκρινε με τις δικές μου.
Κάθε φορά που οι σκέψεις του πετραδιού ήταν λαθεμένες, ο δάσκαλος – όντας πολύ πιο γρήγορος από τη σκέψη – αναδομούσε κάπως το πετράδι και στην προσπάθειά του να το κάνει να σκέφτεται σωστά, το άλλαζε πότε κατά τον ένα και πότε κατά τον άλλο τρόπο. Γιατί; Μα για να μπορεί το πετράδι να φέρεται όπως εγώ, όταν εγώ δε θα μπορούσα να είμαι πια εγώ.
Σκεφτόμουν τότε πως, εφόσον η ακοή προξενούσε σε μένα μια ευχάριστη ζαλάδα, την ίδια ζαλάδα θα 'πρεπε να νιώθει και το πετράδι. Αλλά, αν το πετράδι δεν ήξερε πως ήταν το πετράδι, δε θα 'πρεπε ν' απορεί που αισθανόταν; Η απάντηση ήταν απλή. Το πετράδι όντως δεν ήξερε πως ήταν πετράδι και απορούσε πράγματι που αισθανόταν. Απορούσε ακόμα (πράγμα που το ήξερα, επειδή απορούσα κι εγώ) αν αυτό ήταν όντως εγώ ή αν μάθαινε απλώς να είναι εγώ.
Στα δώδεκα μου όμως, όντας αλαζόνας όπως όλα τα παιδιά σ' αυτή την ηλικία, τις σκέψεις αυτές τις έβρισκα μωρουδίσματα και τις κορόιδευα. Άλλωστε τέτοιο πετράδι είχαν όλοι, εκτός από κάποιους οπαδούς μιας σκοτεινής θρησκευτικής αίρεσης, και το να το συζητώ μου φαινόταν αφόρητη επίδειξη. Το πετράδι ήταν πετράδι, μια πραγματικότητα δηλαδή τόσο χειροπιαστή και κοινότοπη όσο και τα περιττώματα. Οι φίλοι μου κι εγώ λέγαμε γι' αυτό βρόμικα αστεία, σαν εκείνα που λέγαμε για το σεξ και παριστάναμε πως το θέμα αυτό δε μας απασχολούσε καθόλου.
Ωστόσο, δεν ήμαστε τόσο αδιάφοροι όσο δείχναμε. Μια μέρα που σεριανούσαμε άσκοπα στο πάρκο ένας από την παρέα μας, που τ' όνομά του δεν το έχω συγκρατήσει, αλλά που τον ίδιο τον θυμάμαι πάντα ως κάποιον υπερβολικά, αλλά εις βάρος του έξυπνο, μας ρώτησε όλους έναν έναν με τη σειρά.
Τι είστε; Αληθινοί άνθρωποι ή το πετράδι σας;
Όλοι σπεύσαμε να του απαντήσουμε αγανακτισμένοι:
Αληθινοί άνθρωποι.
Ακούγοντας τις δηλώσεις μας ξέσπασε σε γέλια.
Ε! Λοιπόν! Εγώ δεν είμαι αληθινός άνθρωπος αλλά το πετράδι. Φάτε λοιπόν τα σκατά μου, μια κι όλοι κάποια μέρα θα χαθείτε στον υπόνομο του σύμπαντος. Εκτός βέβαια από μένα, που θα ζήσω για πάντα.
Χυθήκαμε πάνω του και τον δείραμε, μέχρι που μάτωσε.
μαθαίνοντας να είμαι εγώ [γκρεγκ ίγκαν]








