Είναι αλήθεια ότι ζούμε σε μια παράξενη, κρίσιμη και συνάμα ενδιαφέρουσα εποχή. Είναι αυτό που λέμε ότι όλα παίζουν αλλά και το ότι όλοι παίζουν, ή προσπαθούν τουλάχιστον. Ζούμε σε μια εποχή οργής, απελπισίας και αγανάκτησης. Αυτή είναι άλλη μια απόδειξη ότι ο Έλληνας έχει αργά αντανακλαστικά και ότι δεν βλέπει πέρα από την μύτη του. Αυτά έπρεπε να τα είχε κάνει από καιρό. Τώρα είναι εποχή κρίσης και συνεπώς σύμφωνα με τον καπιταλισμό (με το κατά Μαρξ αγίου «Κεφαλαίου» το ανάγνωσμα) είναι εποχή ευκαιριών.
Δεν θα ασχοληθούμε με την οικονομική ή κοινωνική κατάσταση. Δεν αξίζει καν τον κόπο. Θα ασχοληθούμε όμως με τις ευκαιρίες, που σίγουρα αξίζουν τον κόπο. Το θέμα αυτού του άρθρου έχει να κάνει με την τέχνη και τις μορφές που εκφράζονται κυρίως από νέους και αφανείς καλλιτέχνες (ή σκέτο αφανείς). Το κυνήγι της αναγνώρισης είναι πολύ ανταγωνιστικό, σκληρό, θέλει γνωριμίες, καλό στομάχι, αρκετά λεφτά και πολύ τύχη. Οι καλλιτέχνες είναι πολλοί, η αγορά όμως μικρή και επομένως οι ευκαιρίες ελάχιστες. Το παράπονο των αφανών δημιουργών είναι ότι δεν μπορούν να διοχετεύσουν και να επικοινωνήσουν την δουλειά τους σε παραγωγούς και συμβατά - μαζικά μέσα.
Το φαινόμενο αυτό είναι διαχρονικό. Πάντα υπήρχε αυτή η κατάσταση και πάντα οι καλλιτέχνες έβρισκαν έναν τρόπο να επικοινωνήσουν την δουλειά τους. Ο σκοπός τους ένας. Να γίνουν γνωστοί, διάσημοι, επιτυχημένοι και όλο αυτό να το εξαργυρώσουν με ένα καλό συμβόλαιο. Αλλά αυτό για να συμβεί πρέπει οπωσδήποτε να ξεφύγουν από την αφάνεια. Μέχρι να συμβεί αυτό οι φιλόδοξοι καλλιτέχνες θα στριμώχνονται σε έναν σκοτεινό κόσμο, υπόγειο και θα παλεύουν να βγουν στην επιφάνεια.
Κάπου εδώ ξεκινάει και η μεγάλη σύγχυση. Μια κατάσταση που με τα χρόνια έχει εξελιχθεί σε κατηγορία. Για παράδειγμα η ροκ σκηνή (θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω σαν παράδειγμα το οποιοδήποτε είδος σε οποιαδήποτε τέχνη) έχει χωριστεί σε underground και μη. Ερώτηση: υπάρχουν κάποιες σοβαρές καλλιτεχνικές ή αισθητικές διαφοροποιήσεις; Απάντηση: όχι. Γιατί όμως υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός; Και κυρίως σε τι διαφέρουν; Ξεκινώντας από το δεύτερο, αυτό που βλέπουμε είναι πως όποιος έχει την δυνατότητα στα ευρείας κλίμακας μέσα να μεταδώσει την δουλειά του και ανήκει στην βιομηχανία του θεάματος (λέξη ταμπού, πιπέρι στο στόμα σε όποιον την πει) δεν είναι underground, δεν είναι μαζί μας αλλά με τους άλλους, τους κακούς! Τους επονομαζόμενους και εμπορικούς. Δηλαδή τα οικονομικό – κοινωνικά κριτήρια είναι πιο ισχυρά απ’ ότι τα αισθητικά. Αυτό είναι τουλάχιστον εξωφρενικό! Δεν έχει σημασία το έργο τέχνης αλλά αν ο δημιουργός του ακολουθεί το μανιφέστο του underground! Μήπως πρέπει τα δημιουργήματα να έχουν και βιβλιάριο κοινωνικών φρονημάτων; Καλά η γκετοποίηση στο κέντρο της Αθήνας, αλλά γκετοποίηση και στην τέχνη μου κάθεται λίγο βαριά!
Γιατί φτάσαμε έως εδώ; Τι να πρωτοπεί κανείς. Ευθύνη μεγάλη έχει η ίδια η βιομηχανία του θεάματος. Προσπάθησε να βάλει στην παραγωγική της διαδικασία, όρους που ισχύουν σε άλλες βιομηχανίες για μεγιστοποίηση του κέρδους, αλλά είναι αδύνατον να εφαρμοστούν στην τέχνη. Μία από τις «θαυμάσιες» ιδέες των πολυεθνικών και μη εταιριών, παραγωγών και λοιπών συντελεστών ήταν να σταματήσουν να δίνουν το βάρος στους δημιουργούς και επικεντρώθηκαν στους ερμηνευτές. Αυτή είναι η βιτρίνα και αυτοί φέρνουν τα φράγκα. Κάποια στιγμή όμως ξεχείλισες από ερμηνευτές και ξέμεινες από δημιουργήματα, από καινούργια τραγούδια, από καινούργια θεατρικά έργα. Άντε τρέξε να συμμαζέψεις τα ασυμμάζευτα. Πόσα χρόνια βλέπουμε τα ίδια και τα ίδια στο θέατρο (ειδικά στην Ελλάδα); Στην μουσική εδώ και δύο δεκαετίες περίπου κυριαρχούν οι διασκευές (και αυτό όχι από μόδα). Μία άλλη «κορυφαία» κίνηση από τις δισκογραφικές ήταν να επιβάλουν την playlist στα ραδιόφωνα με αποτέλεσμα να αποκλειστούν από την διαδικασία ανακάλυψης ταλέντων, άνθρωποι που και το αυτί έχουν και την κρίση να κάνουν κάτι τόσο απαιτητικό. Οι γραβατωμένοι έκαναν την δουλειά τους για κάποια περίοδο και μετά έτρεχαν να δουν τι φταίει. Η καταστροφή ήταν προ των πυλών και ήρθε σύντομα με το ίντερνετ που απέκλεισε τις εταιρίες από τα έσοδα. Ας πρόσεχαν.
Όμοιες καταστάσεις έζησαν και άλλες μορφές τέχνης, όπως οι ηθοποιοί, που η απελευθέρωση του επαγγέλματος (για πολιτικούς αλλά και για λόγους συμπίεσης κόστους) επέτρεψε σε ανθρώπους επιεικώς άσχετους με τον χώρο να εισέλθουν σε αυτόν και σταδιακά να τον εκφυλίσουν. Αλλά η ασχετοσύνη και η προχειρότητα των παραγωγών δεν έχει όρια. Οι θεατρικοί παραγωγοί για να προσελκύσουν κόσμο επιλέγουν συντελεστές που είναι γνωστοί από το «χαζοκούτι» ανεξάρτητα αν έχουν σταμπαριστεί από τους ρόλους στην τηλεόραση ή αν είναι ικανοί να ανεβάσουν ρεπερτόριο απαιτήσεων. Αποτέλεσμα, το να δεις μια παράσταση μέτρια θεωρείται επιτυχία.
Κάπως έτσι εξηγείτε και η συμπεριφορά πολλών αφανών καλλιτεχνών αλλά και παραγωγών που οδήγησαν εντέχνως το κοινό στον περίφημο διαχωρισμό του underground και μη. Από τη στιγμή που ο αποκλεισμός ήταν δεδομένος, όχι μόνο από τα καπρίτσια των εταιριών αλλά και λόγω πραγματικότητας, κινήθηκαν από μόνοι τους για να επικοινωνήσουν στον κόσμο την δουλειά τους. Λίγο με το ίντερνετ, κάτι φεστιβάλ και δρώμενα, κουτσά στραβά προσπαθούν να την παλέψουν και να επιβιώσουν. Η υπερβολική όμως έκθεση δημιουργημάτων χωρίς κάποιον αισθητικό - ποιοτικό έλεγχο και αυτολογοκρισία, έχει κάνει την όλη φάση χαοτική. Είναι αδύνατον να παρακολουθήσεις το τι γίνεται λόγω όγκου εκθεμάτων π.χ. είναι αδύνατον να ακούσεις πάνω από δύο φορές ένα άλμπουμ και αδύνατον να παρακολουθήσεις το τι ανεβαίνει κάθε μέρα στο διαδίκτυο.
Κάποιοι όμως είδαν την ευκαιρία και έκαναν κάτι έξυπνο. Δημιούργησαν μια σκηνή από εκεί που δεν υπήρχε. Έφτιαξαν μικρές εταιρίες ή ομάδες με σχεδόν μηδενικό κόστος ή επιχορηγούμενο. Η επόμενη κίνηση ήταν η δημιουργία ενός target group. Από τη στιγμή όμως που δεν υπάρχουν αισθητικά κριτήρια στην όλη κίνηση τι έκαναν; Θέσπισαν μια ιδεολογία που θα δώσει (στους δημιουργούς περισσότερο και λιγότερο στα δημιουργήματα) μια αίγλη απαραίτητη για να τραβήξει την προσοχή του κόσμου. Η ποιότητα υπάρχει μόνο στο τεράστιο μαγαζί που λέγεται underground. Καλλιτέχνες κατατρεγμένοι που παλεύουν να προσφέρουν την τέχνη τους κάτω από δύσκολες συνθήκες, που γυρνάνε την πλάτη τους στις εταιρίες και κάνουν την δουλειά τους απαξιώνοντας τα χρήματα. Βέβαια αν έρθουν τα «μαρούλια» δεν θα πουν όχι. Ειδικά άμα είναι από επιχορηγήσεις καλύπτονται και ιδεολογικά. Κάπως έτσι, πρόχειρα σχεδόν, έχουν στήσει μια σκηνή – συντεχνία που σαν σύνθημα θα μπορούσε να έχει τους στίχους του Ευγένιου Ποτιέ: «Εμπρός της γης οι κολασμένοι»!
Η φάση μου θυμίζει κάτι ηθοποιούς που αρνούνται να δώσουν σε ένα παιδάκι αυτόγραφο με την δικαιολογία ότι αυτά τα κάνουν οι σταρ και όχι οι σοβαροί καλλιτέχνες. Ένας παλιός ηθοποιός μου είχε πει ότι αυτό είναι το «σταριλίκι» από την ανάποδη! Αυτοί οι θεματοφύλακες της ποιότητας, θα τρέξουν και θα πουν ευχαριστώ, άμα τους πάρει κάποιος για κανένα καθημερινό στην τηλεόραση (δεν υπερβάλλω, μου έχει τύχει). Κακά τα ψέμματα, αν είσαι καλλιτέχνης θες να ζήσεις την αναγνώριση, τα καλά συμβόλαια και την επιτυχία που θα τους επιτρέψει να ζήσουν μια καλύτερη ζωή. Και αυτό ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΚΑΚΟ! Γιατί με αυτά που έχω ακούσει όλα αυτά τα χρόνια από κάποιους «γκουρού» του underground έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το να ζεις άνετα ή ακόμα και να «φτιαχτείς» οικονομικά από αυτό που αγαπάς είναι αμαρτία! Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι η τέχνη στην Ελλάδα πάσχει από πολλά. Η πιο σχιζοφρενική πάθησή της είναι το χρήμα που είτε το απαξιώνουμε είτε το αποθεώνουμε! Ενδιάμεσο δεν υπάρχει!
Κλείνοντας θα κάνω μια αναφορά στους μοναδικούς κατ’ εμέ underground καλλιτέχνες. Αυτοί που βγαίνουν στο δρόμο, παίζουν και περιμένουν την ανταπόκριση του κοινού με την μορφή ελεημοσύνης! Προσπαθούν να διασκεδάσουν τον κόσμο αλλά αν το κατάφεραν ή όχι... θα το δείξει ο δίσκος από τα πόσα δίευρα μάζεψαν. Αυτοί είναι πραγματικά κολασμένοι. Έχουν αποβάλλει από πάνω τους κάθε μορφής αίγλη! Κανείς δεν μπορεί να τους αποδεχτεί. Γιατί οι «εμπορικοί» θα δυσκολευτούν να εντάξουν κάποιους που άπλωσαν το χέρι τους να ζητιανέψουν, με κίνδυνο να χαλάσει το απαραίτητο prestige. Και οι άλλοι οι «ποιοτικοί» δεν αντέχουν να παραδεχτούν ότι το κριτήριο για μια δουλειά είναι το ταμείο.
underground: εμπρός της γης οι κολασμένοι! [hobbistas]








