chat
pop out   pop out
  now playing: soundtracks of our lives / by: baphomet  live
loading...
feed twitter facebookmyspace flickr youtube
zine
radio
blog
about
free broadcasting universe | zine | αρχείο τευχών | σημεία διανομής

τεύχος 20 - [Ιούλ. 24, 2011]  



three comrades [erich maria remarque]

Από την αλλαγή του ήχου που έκαναν οι τροχοί, καταλαβαίνουμε πότε άλλαζε το οδόστρωμα. Σε δρόμους με άσφαλτο σφύριζαν, σε λιθόστρωτο βροντούσαν υπόκωφα. Οι προβολείς έτρεχαν σαν ωχρά κυνηγόσκυλα, κυνηγούσαν μακριά μπροστά μας κι έβγαζαν από το σκοτάδι μια τρέμουσα συστάδα από συμήδες, μια σειρά από λεύκες, τηλεγραφόξυλα που μας προσπερνούσαν βιαστικά, ταπεινά σπιτάκια και τη σιωπηλή παρέλαση που πορευόταν στην άκρη του δάσους. Γιγάντια κυλούσε από πάνω μας, γεμάτος από χιλιάδες αστέρια, ο φωτεινός καπνός του γαλαξία.
Ο ρυθμός δυνάμωνε. Σκέπασα με τα παλτά μας την Πατ. Μου χαμογέλασε. “Αλήθεια μ’ αγαπάς;” ρώτησα.
Κούνησε το κεφάλι. “Εσύ;”
“Όχι. Ευτυχώς, ε;”
“Μεγάλη τύχη”.
“Τότε δεν μπορεί να μας συμβεί τίποτε, έτσι;”
“Απολύτως τίποτε...” απάντησε και μου έπιασε το χέρι κάτω από τα παλτά.
Ο δρόμος έκανε μια καμπύλη προς τα κάτω, στο πρόχωμα των γραμμών του τραίνου. Οι γραμμές έλαμπαν. Μακριά αιωρούνταν ένα κόκκινο φως. Ο Καρλ μούγκρισε και τινάχτηκε μπροστά. ‘Ήταν μια ταχεία με κλινάμαξα και φωτισμένο εστιατόριο. Την προλάβαμε και σύντομα ήμασταν στο ίδιο ύψος. Από τα παράθυρα κάποιοι μας χαιρετούσαν. Δεν τους ανταποδώσαμε τον χαιρετισμό. Τους προσπεράσαμε. Κοίταξα γύρω. Η αμαξοστοιχία έφτυνε καπνό και σπίθες. Έτρεχε μαύρη, μέσα στην μπλε νύχτα. Την είχαμε προσπεράσει, αλλά εμείς πηγαίναμε προς την πόλη, στα ταξί, στα συνεργεία αυτοκινήτων και στα επιπλωμένα δωμάτια. Εκείνη έτρεχε στο πλάι δασών και λιβαδιών και ποταμών, φεύγοντας μακριά, προς την περιπέτεια.
Δρόμοι και σπίτια πλησίαζαν αιωρούμενα. Ο Καρλ ησύχασε, αλλά το βουητό του ήταν πάντα αυτό ενός άγριου θηρίου.
Ο Κέστερ σταμάτησε κοντά στο νεκροταφείο. Δεν πήγε ούτε στης Πατ ούτε στο σπίτι μου. Σταμάτησε κάπου κοντά. Θα σκέφτηκε μάλλον πως ίσως να θέλαμε να μείνουμε μόνοι μας. Κατεβήκαμε. Οι δυο τους συνέχισαν αμέσως βιαστικά την κούρσα, χωρίς να κοιτάξουν πίσω τους. Τους κοίταξα. Για μια στιγμή ήταν περίεργο. Έφευγαν οι σύντροφοί μου, έφευγαν κι εγώ έμενα πίσω. Έμεινα πίσω.
Το έδιωξα από πάνω μου.
“Έλα”, είπα στην Πατ, που με κοιτούσε σαν να είχε καταλάβει κάτι.
“Πήγαινε μαζί τους”, είπε.
“Όχι”, αποκρίθηκα.
“Μα αφού το θέλεις...”
“Αχ, που...” είπα κι ήξερα ότι έτσι ήταν. “Έλα...”
Περάσαμε κατά μήκος του νεκροταφείου, τρεκλίζοντας ακόμα από τον αέρα και το ταξίδι.
“Ρόμπυ”, είπε η Πατ, “θα ήθελα να πάω σπίτι”.
“Γιατί;”
“Δεν θέλω να παρατήσεις κάτι για χάρη μου”.
“Μα τι είναι αυτά που σκέφτεσαι”, ρώτησα. “Τι παρατάω;”
“Τους φίλους σου...”
“Δεν τους παρατάω καθόλου. Θα τους συναντήσω πάλι αύριο το πρωί.”
“Ξέρεις τι εννοώ”, είπε εκείνη. “Παλιότερα ήσουν πιο πολύ μαζί τους”.
“Επειδή δεν υπήρχες εσύ”, αντέκρουσα κι άνοιξα την πόρτα.
Κούνησε το κεφάλι.
“Αυτό είναι κάτι εντελώς διαφορετικό”.
“Φυσικά και είναι κάτι διαφορετικό. Δόξα τω Θεώ”.
Τη σήκωσα αγκαλιά και την πέρασα στον διάδρομο προς το δωμάτιο μου. “Χρειάζεσαι φίλους”, είπε εκείνη πολύ κοντά στο πρόσωπό μου.
“Κι εσένα σε χρειάζομαι”, αποκρίθηκα.
“Όχι τόσο...”
“Αυτό θα το δούμε...”
‘Έσπρωξα την πόρτα και την άφησα να κατέβει στο πάτωμα. Με κράτησε σφιχτά.
“Μόνο που είμαι ένας πολύ κακός σύντροφος, Ρόμπυ”.
“Το ελπίζω”, είπα. Ούτε εγώ θέλω μια γυναίκα σαν σύντροφο. Θέλω μια ερωμένη”.
“Ούτε αυτό είμαι”, μουρμούρισε.
“Και τι είσαι επιτέλους;”
“Ούτε μισό ούτε ολόκληρο. Ένα θραύσμα...”
“Αυτό είναι το καλύτερο”, είπα. “Διεγείρει τη φαντασία. Τέτοιες γυναίκες τις αγαπά κανείς αιώνια. Κανονικές γυναίκες βρίσκει κανείς εύκολα. Πολύτιμες επίσης. Θραύσματα, όχι”.
Ήταν τέσσερις η ώρα το πρωί. Είχα πάει την Πατ στο σπίτι της και επέστρεφα. Ο ουρανός ήταν ήδη λίγο φωτισμένος. Μύριζε πρωινό...