Finish it…
Ο David Lynch και η Χαμένη Λεωφόρος της μνήμης.
Θα ήταν μάλλον άσκοπο και άλογο να προσπαθήσουμε να περιγράψουμε το σινεμά του Lynch μέσα σ’ ένα μόνο κείμενο. Μια σύνοψη, θα μπορούσε κάλλιστα να εκτείνεται στην κλισέ πλέον σημειολογία: Ένα άναρχο σινεμά, πάνω στο ασύνειδο χάος που συνθέτει την ανθρωποψυχογραφία. Σινεμά του ονείρου, απαλλαγμένο από κάθε επιδίωξη ερμηνείας. Το χάος μέσα απ’ το κρυπτογραφημένο χάος του ασυνείδητου, υλοποιημένο απ’ την πιο κατάλληλη γλώσσα: τον κινηματογράφο της ανεξάντλητης εικόνας και του αμετάφραστου ήχου. Και ίσως με αυτόν τον ορισμό να ήταν σα να τα ‘χες πει όλα. Μαλακίες, τίποτα δε θα ‘χες πει.
Πρόθεση του παρόντος κειμένου, είναι με αφορμή το Lost Highway (Χαμένη Λεωφόρος), να σταθούμε απέναντι απ’ τους ανεξακρίβωτους μηχανισμούς της ανθρώπινης μνήμης. Συνειδητής και ασύνειδης. Με μεγαλύτερη αδυναμία στη δεύτερη.
Δύο λόγια για την υπόθεση: Όταν ο Fred Madison (τον υποδύεται αριστουργηματικά ο Bill Pullman) κρίνεται ένοχος για έναν φόνο, βιώνει έναν ανυπέρβλητο εσωτερικό εφιάλτη. Σταδιακά, κι άθελα του, στο δρόμο προς την επιείκεια, ανασυγκροτεί τα κομμάτια του παρελθόντος σχηματίζοντας μια άλλη οντολογική ταυτότητα. Οι δύο ζωές, η υπαρκτή και η μεταμφιεσμένη, καθώς ξετυλίγονται, τέμνονται κι ενσωματώνονται πλαστικά μεταξύ τους. Η μία το σουρεαλιστικό είδωλο της άλλης.
«Δε μου αρέσουν οι κάμερες. Θέλω τα πράγματα να είναι όπως τα θυμάμαι. Όχι απαραίτητα όπως έγιναν», λέει σε μια από τις αρχικές σκηνές ο Bill Pullman. Και ταυτόχρονα είναι σα να μας ενημερώνει πως ό,τι θα παρακολουθήσουμε δεν είναι παρά μια αλλόκοτη πατρίδα φαντασιώσεων και ονείρων που λαμβάνουν χώρο στην ακατοίκητη μνήμη του. Ό,τι υπάρχει μέσα σε μια φωτογραφία ή σ’ ένα βίντεο υπάρχει αντικειμενικά, σα ντοκουμέντο. Αποτελεί στοιχείο αδιάσειστο, και συνεπώς χειρόφρενο στην κάθε μεταπλαστική διάθεση της όποιας μνήμης. Ένας τείχος στην ελευθερία του βλέμματος. Και είναι τόσο ειρωνικό. Ο David Lynch χρησιμοποιεί μια κάμερα, κινηματογραφεί δηλαδή πλάνα και σκηνές όπως συνέβησαν, όχι για να υποκύψει στην απόλυτη χροιά τους, αλλά για να οπτικοποιήσει, μέσω του κινηματογράφου, αυτή την αλλόκοτη πατρίδα της ασύνειδης και άναρχης μνήμης.
«Ζω πάντα στο παρόν. Το μέλλον δε το γνωρίζω. Το παρελθόν δε το ‘χω πια.», λέει ο Pessoa, δικαιώνοντας και καταλύοντας ταυτοχρόνως την γραμμική αίσθηση του χρόνου. Όμως η μνήμη έρχεται να τον συκοφαντήσει. Η μνήμη είναι ένας αναστάσιμος μηχανισμός. Στο περίπου. Επαναφέρει στη ζωή -στο παρόν- στιγμές από κάποιο κοντινό ή μακρινό παρελθόν. Πάντα περίπου, γιατί η επαναφορά δεν είναι καρτ ποσταλική ούτε ακτινογραφική. Πρόκειται για μια μεταμφιεσμένη φωτογραφία, αφηρημένη, καθώς σ' αυτή έχει προστεθεί το συναισθηματικό/ιδιοσυγκρασιακό υπόβαθρο του εκάστοτε "φωτογράφου". Ένας περίπου παρελθοντικός χρονοτόπος ανασταίνεται, δια της μνήμης, σ' ένα παροντικό χωροχρονικό τοπίο που συντίθεται απ' το σπέρμα της ανάμνησης και την ανάμειξη με τη νοσταλγία, τις ενοχές, τις φοβίες, τις προκαταλήψεις και τις προσδοκίες του μέλλοντος. Κάπως έτσι, η μνήμη μπλέκει το νεκρό (αφού δεν υπάρχει πια) παρελθόν με το άφταστο μέλλον, σχηματίζοντας ένα παράταιρο κολάζ στον καμβά του παρόντος.
Οι συνειδητοί μηχανισμοί της μνήμης, μας παρέχουν μια εικόνα για τον τρόπο που ταξινομούμε τις εμπειρίες μας, για το πως αντιλαμβανόμαστε τα κομμάτια του παρελθόντος, το πως αποφθεγματίζουμε τα βιώματα στο απόθεμα του εαυτού μας. Στην εικόνα αυτή οφείλουμε τη μορφή και το σταθερό σχήμα που αποδίδουμε στην προσωπικότητά μας. Είναι όμως το σχήμα αληθινό; Ή μήπως πρόκειται για ψευδαίσθηση; Η συνειδητή μνήμη έρχεται έτη φωτός μεταγενέστερα από τους αναντίληπτους ασύνειδους μηχανισμούς που λαμβάνουν χώρο στο εσωτερικό μας. Η συνειδητή μνήμη μοιάζει σαν ένα φιλμ, σαν ένα τραίνο, όπου τα γεγονότα προβάλλουν ως μια γραμμική ακολουθία από καρέ ή βαγόνια. Όμως μια βίαιη μεταβολή σ’ αυτή την στατική ταξινόμηση του χρόνου, προκαλεί αλλεπάλληλες μεταλλαγές.
Μια στάση στον Schopenhauer θα ήταν απαραίτητη: «Πιστεύουμε ότι νοσταλγούμε ένα μακρινό τόπο, ενώ στην πραγματικότητα νοσταλγούμε μόνον τον χρόνο που ζήσαμε εκεί, τότε που ήμασταν πιο νέοι και πιο φρέσκοι. Έτσι λοιπόν μας ξεγελάει ο χρόνος: φορώντας τη μάσκα του χώρου». Και κάνοντας μια παράφραση, έτσι μας ξεγελάει ο χρόνος: φορώντας την αισθησιακή μάσκα της μνήμης. Γιατί ο εντυπωμένος στις αισθήσεις χρόνος, περιπλέκεται με φαντασιακές αφηγήσεις οι οποίες είναι καθοριστικές για την συνεπή και συνεκτική εικόνα της έννοιας εαυτός. Η μνήμη, όμως, δεν είναι ούτε αμετάβλητη, ούτε απόλυτη. Δεν πρόκειται για ένα στατικό απόθεμα χρόνου. Η μνήμη είναι άχρονη. Αφού δεν κατοικεί ούτε στο παρελθόν, ούτε στο παρόν. Και ακόμα πιο πολύ, η ασύνειδη μνήμη είναι μεταβλητή και ρευστή. Εύπλαστη.
Τα δομικά ασύνειδα στοιχεία της, οι φαντασιακές αφηγήσεις, τα όνειρα τείνουν να αλλάζουν, να μεταμορφώνονται ανά τον χρόνο. Να αλλάζουν κατ' αντιστοιχία με τις αλλαγές που συμβαίνουν στο ρευστό και μεταβλητό περιβάλλον μιας οντότητας, ούτως ώστε να εξασφαλιστεί η ταυτοτική συνέπεια και συνοχή
του εαυτού. Θεωρητικά, κάτω από το πρίσμα μιας ψυχολογικής ανάλυσης, σε ακραίες καταστάσεις,
μια ατομικότητα, ένας άνθρωπος, δύναται να αναπλάσει, μέσω της μνήμης, ολοκληρωτικά το παρελθόν, ούτως ώστε να μεταμορφωθεί και να επιτύχει μια νέα ισορροπία στις ακραίες αλλαγές της ζωής του. Κάτι ανάλογο συμβαίνει και στον ετοιμόρροπο Bill Pullman όταν βρίσκεται στη φυλακή. Για να ισορροπήσει πρέπει να μεταμορφωθεί, να αναγεννηθεί. Το Lost Highway δεν είναι παρά μια αστραπιαία κούρσα σε αυτούς τους ασύνειδους μηχανισμούς της μνήμης του Pullman, που αναπλάθουν το παρελθόν ούτως ώστε o ήρωας να αναγεννηθεί ως μια νέα ύπαρξη, να επιτύχει μια νέα ισορροπία, απελευθερωμένη απ' το βάρος των γεγονότων του προηγούμενου εαυτού.Ίσως ο Sebald να είχε δίκιο, αυτό που απομένει το καταστρέφει η μνήμη…
lost highway [kioy]








