Οι περιπτώσεις των κ. Γιόζεφ Κ., Γουίνστον Σμιθ, της κας Κατερίνας Μπλουμ και του Επόπτη
Πάντα υπήρχαν λογοτεχνικοί ήρωες που τα έβαζαν με τον Νόμο, την Εξουσία. Συνήθως έχουν έναν επαναστατικό ρομαντισμό που συχνά πηγάζει από την συντηρητική προσωπικότητά τους (κλειστοί χαρακτήρες, απομονωμένοι στον μικρόκοσμό τους) που όμως όταν βρεθούν αντιμέτωποι με μια εξουσία ανελευθερίας ή ακόμα συνειδητοποιήσουν ότι ζουν σε έναν υδροκέφαλο κόσμο, συγκρούονται με το εκάστοτε σύστημα. Από τις πρώτες περιπτώσεις, ο Προμηθέας και η Αντιγόνη. Αξιολογώντας θεϊκούς και ανθρώπινους νόμους πράττουν κατά συνείδηση, με τιμωρία αλλά και κάθαρση. Με το πέρασμα των χρόνων και τα διάφορα πολιτειακά και οικονομικά συστήματα συνεχίστηκε αυτή η αμφισβήτηση της εξουσίας. Μέχρι και τον 18ο αιώνα η εξουσία πήγαζε από οικονομικά συμφέροντα, αριστοκρατικά γένη, θρησκευτικές αντιλήψεις και την στρατιωτική ισχύ. Όμως, από τον 19ο αιώνα η εκβιομηχάνιση εκτόπισε όλες τις κληρονομικές ή θεϊκές δυνάμεις. Ο άνθρωπος πλέον χρησιμεύει μόνο ως εργαλείο παραγωγής χρήματος για τον ίδιο του τον εαυτό. Όταν αυτό το χρήμα συγκεντρώνεται σε χέρια λίγων, τότε οι κατέχοντες ασκούν εξουσία, άδικη, εφόσον εξυπηρετούν το δικό τους συμφέρον κι όχι του συνόλου. Η επιλογή των παρακάτω έργων έγινε με υποκειμενικά κριτήρια, προσπαθώντας κάθε έργο να αντιστοιχεί σε διαφορετική «εξουσία» από τις καθιερωμένες δικαστική-εκτελεστική-των Μ.Μ.Ε.-νομοθετική. Πώς λειτουργεί σε αυτές τις περιπτώσεις το σύστημα; Και ποιος τελικά θριαμβεύει;
Η Δίκη, Φ. Κάφκα (1925)
Ο Γιόζεφ Κ. ήταν 30 χρονών και ανώτερος υπάλληλος σε μια τράπεζα. Τα βράδια συνήθως έμενε στο γραφείο ως τις εννιά –έκανε ένα μικρό περίπατο…πήγαινε σε μια μπυραρία, όπου ως τις έντεκα καθόταν σ’ ένα τραπέζι που το προτιμούσαν κυρίως ηλικιωμένοι. Μια φορά την εβδομάδα επισκεπτόταν κάποια γκαρσόνα Έλσα. Αυτή ήταν η ρουτίνα του. Ήταν μάλλον φιλόπονος και συνεπής. Οι συναναστροφές του τυπικές. Ζούσε σε μια χώρα με συνταγματικό πολίτευμα, βασίλευε γενικά ειρήνη, και όλοι οι νόμοι ήταν «εν ισχύι». Η κανονικότητα της καθημερινής του ζωής διαταράχθηκε τη στιγμή που συνελήφθη στο σπίτι του. Συνελήφθη για άγνωστη αιτία και η κατηγορία εναντίον του ήταν και παρέμεινε άγνωστη μέχρι τέλους. Το δικαστικό σύστημα: Τα γραφεία του δικαστηρίου βρίσκονται σε μια σοφίτα. Ο ανακριτής στέλνει συνέχεια αναφορές στους ανωτέρους. Ο Συνήγορος του Γιόζεφ Κ. του ζητάει απολογίες. Οι συνήγοροι κανονικά απαγορεύονται. Η δίκη δεν είναι δημόσια. Αμέτρητοι υπαλληλίσκοι προωθούν έγγραφα και δεν γνωρίζουν τίποτα παραπάνω για τη λειτουργία του δικαστηρίου παρά μόνο να κάνουν τη δουλειά τους. Όλοι είναι υπάλληλοι. Όλοι εκτελούν εντολές. Η πορεία της υπόθεσης του Κ. απλώς προωθείται σε κάποιους ανώτερους που με τη σειρά τους την προωθούν σε άλλους ανώτερους κ.ο.ε. Μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο μπορεί να βγάλει αθωωτική απόφαση. Η εξουσία είναι απρόσωπη κι άρα απλησίαστη. Οπότε, εφόσον κανείς δεν μπορεί να τη φτάσει, δεν μπορεί να γίνει άμεση αντιπαράθεση, δεν μπορεί να γίνει διάλογος. Ο Γιόζεφ Κ. δεν μπορεί να αποδείξει την αθωότητά του γιατί δεν υπάρχει κανένας να τον ακούσει.
Τελικά ο Γιόζεφ Κ. δολοφονείται «σαν το σκυλί». Αυτή είναι η απόφαση. Το δικαστικό σύστημα τον συνέτριψε. Ο ίδιος δεν κατάφερε ποτέ να φτάσει στο Ανώτατο δικαστήριο και να απολογηθεί. Πίστευε στην αθωότητά του αλλά μήπως δεν έκανε τις σωστές κινήσεις για να την αποδείξει; Ο ρόλος του δικαστικού συστήματος γενικά είναι να αποσαφηνίζει τα γεγονότα, να αναλύει τις καταστάσεις, να λαμβάνει όλα τα δεδομένα από όλες τις πλευρές, κατηγόρων και κατηγορουμένων, να δίνει κι όχι να παίρνει τον λόγο κι εν τέλει να αποδίδει δικαιοσύνη. Όμως ποτέ κανείς δεν μπόρεσε να δικάσει την ίδια τη δικαστική εξουσία, ακόμη κι όταν αυτή αμφισβητείται, μένει σταθερή, ακλόνητη υπέρ πάντων.
1984, Τζ. Όργουελ (1949)
Δεν υπάρχουν προφητικά έργα. Μερικά όμως ξέρουν να παρατηρούν και να καταγράφουν την πραγματικότητα που βρίσκεται πίσω από τις λέξεις ή τις εικόνες ή τα ακούσματα που άλλοι μεταδίδουν για τα μεγάλα κοινά. Κι επειδή η πραγματικότητα είναι επαναλαμβανόμενη τα έργα αυτά είναι διαχρονικά κι έχουν μια αύρα προφητείας. Το 1984 είναι ένα από αυτά. Εδώ υπάρχει η δικτατορία του Κόμματος που πήρε την εξουσία επαναστατικά και τη νομιμοποίησε αποχαυνώνοντας τους πολίτες. Ο Γουίνστον Σμιθ ζει στο Λονδίνο, όπου τα πάντα παρακολουθούνται από τηλεοθόνες. Οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση, λέξη, φράση, μορφασμός μπορεί να θεωρηθεί προδοσία. Όλα ελέγχονται από τον «Μεγάλο Αδελφό». Ο Γουίνστον αισθάνεται ανελεύθερος. Είναι μάλλον ένα ελαττωματικό εξάρτημα στο σύστημα, το οποίο όμως φροντίζει για τα πάντα. Ο κυβερνητικός μηχανισμός στηριζόταν σε τέσσερα υπουργεία: «Το υπουργείο Αλήθειας, το υπουργείο Ειρήνης, το υπουργείο Αγάπης και το υπουργείο Αφθονίας. Καθένα είχε πολλά τμήματα και αμέτρητους υπαλλήλους που έκαναν μια γραφειοκρατική δουλειά. Η χώρα πάντα βρισκόταν σε πόλεμο. Μια διαρκής απειλή που κρατούσε ενωμένους και πωρωμένους τους κατοίκους. Το Κόμμα αποχαύνωνε τους πολίτες με συστηματική προπαγάνδα και κρατώντας τους συνέχεια απασχολημένους με υποχρεωτικά ωράρια δουλειάς, διασκέδασης και ύπνου, και δίνοντάς τους πότε πότε άρτο και θεάματα όπως δημόσιες κρεμάλες κρατουμένων πολέμου, αθλητικές δραστηριότητες, ομαδικές πεζοπορίες κ.λ.π. Υπήρχε κι ένας εσωτερικός εχθρός, ο Εμμανουήλ Γκολντστάιν. Ο επαναστάτης μαζί με το βιβλίο, ένα επαναστατικό μανιφέστο. Ο Γκολντστάιν ήταν μια ελπίδα για την αφύπνιση του λαού. Ήταν όμως; Μήπως κι αυτός ήταν κατασκεύασμα του κράτους για να πέφτουν στην παγίδα οι ανυπάκουοι πολίτες; Ο Γουίνστον είναι ρομαντικός. Πέφτει σε όλες τις παγίδες. Βλέπει το φόβο των ανθρώπων υπό τη συνεχή παρακολούθηση. Βλέπει τη βλακεία και την αφέλεια των ανθρώπων από την πλύση εγκεφάλου του Κόμματος. Βλέπει την αδικία όταν διαπιστώνει ότι εξαφανίζονται άνθρωποι και είναι σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Βλέπει ότι τα πάντα λογοκρίνονται, ότι οι εφημερίδες ξαναγράφονται για να σβήσουν ή να προσθέσουν δεδομένα. Ότι η μνήμη χάνεται. Ότι γράφουν το λεξικό της Νέας Ομιλίας, της γλώσσας του κράτους, όπου οι λέξεις πετσοκόβονται για να μην μπορεί ο άνθρωπος να εκφράσει με τα λόγια αυτά που σκέφτεται γιατί δεν θα υπάρχουν λέξεις για να το κάνει. Ο Γουίνστον Σμιθ είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος που σκέφτεται και δρα. Κρατά ημερολόγιο. Ερωτεύεται σ’ έναν κόσμο που προωθεί την αντισεξουαλικότητα, που οι άνθρωποι παντρεύονται για να κάνουν παιδιά-νέα μέλη του Κόμματος. Η επανάστασή του δεν διαρκεί πολύ. Ανακαλύπτεται. Έγινε συνωμότης στην «οργάνωση» του Γκολντστάιν. Κράτησε στα χέρια του το βιβλίο. Η σύλληψη άμεση. Βασανιστήρια μέχρι να ομολογήσει. Το Κόμμα όταν πήρε αυτό που ήθελε τον άφησε «ελεύθερο». Όμως τρελαμένο και πλέον πιστό. Το Κόμμα είναι πανίσχυρο. Χρησιμοποιεί όλα τα όπλα χειραγώγησης του ατόμου. Η καταστολή κάθε ελευθερίας από το κράτος εκμηδενίζει τελικά το άτομο. Στο 1984, η εκτελεστική εξουσία ζει και τρέφεται από την ίδια την εξουσία και προσπαθεί να τη διατηρήσει με κάθε μέσο. Η καλή κοινωνία είναι η κοινωνία των υπάκουων πολιτών.
Η χαμένη τιμή της Κατερίνας Μπλουμ, Χ. Μπελ (1974)
Χοντρικά η εξουσία των Μ.Μ.Ε. πηγάζει α) από τη χειραγώγησή τους από μεγάλα συμφέροντα που τα χρησιμοποιούν για την προπαγάνδα τους και β) από την έλλειψη παιδείας των αναγνωστών/ακροατών που διψούν για δημόσιες διαπομπεύσεις, σκάνδαλα, ειδήσεις κλειδαρότρυπας, κουτσομπολιό. Η σχέση από κάθε άποψη είναι αμφίδρομη και κάπως έτσι τροφοδοτείται η παραπληροφόρηση. Όσο ο άνθρωπος αποτελεί αντικείμενο κέρδους, τόσο θα είναι εκμεταλλεύσιμος μέχρι να ξεζουμιστεί τελείως και τη θέση του να πάρει κάποιος άλλος. Ενδεχομένως δεν είναι τυχαίο ότι ο κίτρινος τύπος εμφανίστηκε όταν η δημοσιογραφία έγινε επάγγελμα, όταν οι εφημερίδες πλήρωναν συστηματικούς κι επαγγελματίες γραφιάδες (19ος αιώνας). Στην περίπτωση της Κατερίνας Μπλουμ, οι εφημερίδες και ιδιαίτερα η Εφημερίς (Die Zeitung) καθοδήγησαν τα γεγονότα επηρεάζοντας κοινή γνώμη και αρχές. Η Κατερίνα παρά τις δυσκολίες, κατάφερε με εργατικότητα, κάνοντας οικονομίες, να αγοράσει ένα δικό της διαμέρισμα κι ένα αυτοκίνητο. Δεν διασκέδαζε. Δούλευε για να είναι οικονομικά ανεξάρτητη. Ένα βράδυ γνώρισε κι ερωτεύθηκε τον παράνομο Λούντβιχ Γκαίτεν. Η αστυνομία την συνέλαβε κι όλα τα φώτα (της δημοσιότητας) έπεσαν πάνω της. Η εμμονή των ανακριτικών αρχών να βρουν καταδικαστικά στοιχεία για να θεωρήσουν την επιχείρησή τους επιτυχημένη, και επομένως η επιμονή τους σε άσχετες λεπτομέρειες και στοιχεία που προκύπτουν από το παρελθόν και την καθημερινότητα της Κατερίνας Μπλουμ, τροφοδοτούν τους ρεπόρτερ της Εφημερίδος που προβάλλουν ό,τι ασήμαντο ως σημαντικό διαστρεβλώνοντας τα γεγονότα. Η αστυνομία διέρρεε πληροφορίες, η Εφημερίς τις μετέτρεπε σε ατιμωτικά άρθρα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν οι ρεπόρτερ ήταν αντιδεοντολογικοί. Βασίζονταν σε κληρονομικές συμπεριφορές με βάση το οικογενειακό υπόβαθρο των εμπλεκόμενων, σε αποσπάσματα φράσεων που μέσα σε άλλα συμφραζόμενα άλλαζαν σημασία. Ανασυνέθεταν από αποσπασματικές πληροφορίες τον βίο και το (παράνομο;) έργο της Κατερίνας Μπλουμ. Η δημοσιογραφία πούλησε την ψυχή της για την είδηση κατασκευάζοντας την. Ανήθικοι δημοσιογράφοι, αλισβερίσι επιφανών εμπλεκόμενων με αστυνομία και υπουργείο για να μην κηλιδωθεί το όνομά τους. Η τελευταία πράξη της Κατερίνας Μπλουμ (δολοφόνησε τον ρεπόρτερ που τη συκοφάντησε) ήταν εκδικητική όμως έφερε την κάθαρση μετά την ασυδοσία της Εφημερίδος, την καπήλευση της ιδιωτικότητάς της, της οικογένειας και του φιλικού της περιβάλλοντος. Είναι η μόνη από τους τέσσερις του τίτλου που καταφέρνει να φτάσει στην «πηγή του κακού».
Περί Φωτίσεως, Ζ. Σαραμάγκου (2004)
Στην πρωτεύουσα μιας χώρας τα λευκά ψηφοδέλτια αποτελούν το 83%. Η κυβέρνηση αναγνωρίζοντας τον άμεσο κίνδυνο αυτού του αποτελέσματος για την ομαλή λειτουργία της δημοκρατίας, και υποπτευόμενη ότι υπάρχει κάποια συνωμοσία που αποπροσανατολίζει τους πολίτες, παραμένει στην εξουσία μέχρι να βάλουν τα πράγματα σε μια τάξη. Τη δική τους τάξη. Αυτήν που ξέρουν να διαχειρίζονται. Άλλωστε το απρόβλεπτο και το αυθόρμητο είναι χαρακτηριστικό των ελεύθερων ανθρώπων. Φαίνεται πως για κάποιον ανεξήγητο λόγο οι πολίτες είχαν αποφασίσει να αλλάξουν τρόπο ζωής. Τότε όμως η στάση της κυβέρνησης σκλήρυνε. Η πρωτεύουσα κηρύχθηκε σε κατάσταση πολιορκίας: στρατιωτικές επιχειρήσεις, έρευνες σε σπίτια, οδοφράγματα, προβολείς στους δρόμους, απαγόρευση εισόδου και εξόδου. Όσο η κυβέρνηση δεν μπορούσε να βρει τους υπεύθυνους της εκλογικής αποτυχίας τόσο προέβαινε σε αποσταθεροποιητικές ενέργειες εναντίον της πόλης και των πολιτών της. Ωστόσο οι πολίτες όλο και συσπειρώνονταν χωρίς καμιά καθοδήγηση αλλά μάλλον από κάποιο έμφυτο αίσθημα αλληλεγγύης. Ο Επόπτης εμφανίζεται όταν η κυβέρνηση αποφασίζει να ερευνήσει μια παλιά υπόθεση που μπορεί να σχετίζεται με την παρούσα. Είναι αποφασισμένος να φέρει εις πέρας την αποστολή του. Είναι σοβαρός, καταστρώνει σχέδια, καθοδηγεί. Όμως όσο οι μέρες περνούν, ο Επόπτης παρακολουθώντας υπόπτους αποκτά μια ρουτίνα και αποδυναμώνεται από την ίδια τη ζωή της πρωτεύουσας η οποία, παρά την πολιορκία, διατηρεί τους ρυθμούς της. Σταδιακά συνειδητοποιεί το μάταιο της επιχείρησης κι αλλάζει στρατόπεδο. Η πολιορκημένη πόλη τον κερδίζει. Όπως οι πολίτες της πρωτεύουσας έριξαν λευκό για να δείξουν ότι δεν χρειάζονται δημαγωγούς και πολιτικάντηδες, έτσι κι ο Επόπτης έκανε την επανάστασή του ενάντια σε ένα σύστημα που είναι έτοιμο να θυσιάσει και να θυματοποιήσει τον πρώτο αθώο για να εξασφαλίσει και εδραιώσει την εξουσία του. Η περίπτωσή του δεν είναι περίπτωση αντίστασης προς το σύστημα αλλά άρνησης του συστήματος. Η μεταστροφή του αυτή ήρθε μέσα από τη συναναστροφή του με απλούς ανθρώπους. Κατανόησε την αξία της ανθρώπινης ζωής, βίωσε την πραγματικότητα όχι μέσα από το γραφείο και το σπίτι αλλά μέσα από την επικοινωνία με διαφορετικούς ανθρώπους. Για τον Επόπτη ήταν φανερό ποιος τελικά είναι ο δράστης και ποιος το θύμα. Μόνο που τα θύματα-πολίτες νικούν κατά κράτος την αποπροσανατολισμένη κυβέρνηση. Τελικά ο Επόπτης δολοφονείται. Ήταν όλα προγραμματισμένα, ακόμη κι έτσι όμως, είναι αμφίβολο για το ποιος νίκησε πραγματικά.
Επίλογος
Τζόζεφ Κ., Γουίνστον Σμιθ, Κατερίνα Μπλουμ, Επόπτης. Δύο άντρες δολοφονημένοι, η μια στη φυλακή κι ο άλλος τρελός. Κανείς τους δεν είχε Happy end. Εκτός ίσως από την Κατερίνα, που εκδικήθηκε και βρήκε έστω και στην φυλακή την αγάπη της. Η ελευθερία έχει τίμημα και η εξουσία δίψα για «εξουσία», θέλει α-νοήμονες και ανδρείκελα να την υπηρετούν, σταθερότητα για να μπορεί αυτή να αποσταθεροποιεί, δύναμη να καθορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Τα τέσσερα αυτά βιβλία, και σίγουρα πολλά άλλα ακόμη, ξεγυμνώνουν το πρόσωπό της και παρουσιάζουν καταστάσεις διαχρονικές. Τρέφεται από την αδιαφορία των πολιτών αλλά και από τη διάθεσή τους να την «υπηρετήσουν».
i fought the law [ελένη τσαντίλη]








